Στο Μόναχο οι ακριβότερες κατοικίες της γερμανικής αγοράς.

Στο Μόναχο οι ακριβότερες κατοικίες της γερμανικής αγοράς.

Την άλλη όψη του νομίσματος της υψηλής οικονομικής ανάπτυξης και της σημαντικής ανόδου της ποιότητας ζωής βιώνει μερίδα των κατοίκων του Μονάχου στη Γερμανία, καθώς μπορεί η πόλη τους να θεωρείται μία από τις καλύτερες παγκοσμίως για να μένει κανείς (4η θέση βάσει έρευνας της εταιρείας Mercer LLC μεταξύ 223 πόλεων), πλην όμως είναι και η ακριβότερη στη Γερμανία.


Σύμφωνα με τα σχετικά στοιχεία, το Μόναχο διαθέτει πλέον τα υψηλότερα ενοίκια κατοικιών της Γερμανίας, με αποτέλεσμα να καταγράφονται ελλείψεις προσωπικού σε μια σειρά επαγγελμάτων και κυρίως υπαλλήλων του Δημοσίου, όπως π.χ. νηπιαγωγοί, που δεν αμείβονται με ιδιαίτερα υψηλούς μισθούς, να μην είναι σε θέση να εργαστούν στην πόλη της νότιας Γερμανίας. Συνήθως, όπως αναφέρει πρόσφατη έρευνα του ΟΟΣΑ, σε πόλεις όπου το κόστος ζωής είναι υψηλό, όπως το Λονδίνο, το Σαν Φρανσίσκο και η Ουάσιγκτον, οι μισθοί είναι υψηλότεροι απ’ ό,τι σε άλλες πόλεις της ίδιας χώρας, κάτι που δεν συμβαίνει στο Μόναχο, όπου ναι μεν οι αμοιβές είναι υψηλές, αλλά όχι τόσο υψηλές όσο το κόστος ζωής.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, όπως προκύπτει από τα στοιχεία της εταιρείας F+B, το κόστος ενοικίασης ενός διαμερίσματος 60-80 τ.μ. στο Μόναχο αυξήθηκε κατά 29% από το 2009 έως σήμερα, αγγίζοντας τα 1.156 ευρώ/τ.μ. μηνιαίως. Την ίδια στιγμή, ο μηνιαίος μισθός ενός νεοπροσλαμβανόμενου νηπιαγωγού (μετά τους φόρους και τις κρατήσεις) δεν ξεπερνά τα 1.814 ευρώ. Ως εκ τούτου, πολλές δημόσιες υπηρεσίες δυσκολεύονται να προσελκύσουν το απαιτούμενο προσωπικό.

Μία από τις λύσεις που έχουν προκριθεί είναι η αύξηση της προσφοράς νέων κατοικιών, προκειμένου να καλυφθεί η ζήτηση και να περιοριστούν σταδιακά οι αυξήσεις των τιμών. Ο δήμος του Μονάχου ανακοίνωσε τον προηγούμενο Οκτώβριο ένα φιλόδοξο επενδυτικό σχέδιο για την αναβάθμιση των υποδομών της πόλης, συνολικού ύψους 4,6 δισ. ευρώ. Εξ αυτών, κεφάλαια 637 εκατ. ευρώ θα διατεθούν για την ανάπτυξη νέων διαμερισμάτων. Ωστόσο, οι αναλυτές αναφέρουν ότι ο ρυθμός κατασκευής θα πρέπει να επιταχυνθεί σημαντικά. Σύμφωνα με στοιχεία της JP Morgan Chase & Co. και του Ινστιτούτου Μπρούκινγκς, ο σημερινός ρυθμός ανέγερσης νέων οικοδομών είναι 40% χαμηλότερος από τις υφιστάμενες ανάγκες. Ως εκ τούτου, οι τιμές πολύ δύσκολα θα μειωθούν σε σημείο τέτοιο ώστε να είναι προσιτές σε ευρύτερα κοινωνικά στρώματα.